Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΥΜΑΜΑΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΥΜΑΜΑΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010

Η ΖΩΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΘΟΝΗ, ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ MOUSE…

Θέλω σήμερα να πάω αρκετά χρόνια πίσω, θέλω να μη πω για το σήμερα, άλλωστε δεν αξίζει πλέον τον κόπο να ασχολείται κανείς με την σημερινή εικονική πραγματικότητα, που κάθε ηθικός φραγμός έχει καταλυθεί. Το μόνο που υπάρχει πλέον για όλους εμάς είναι το χρήμα. Ζούμε μόνο για το χρήμα. Μερικοί μάλιστα θα μπορούσαν να πουλήσουν  ακόμα και όλη τους την οικογένεια, αν αυτό τους ανέβαζε ένα σκαλί παραπάνω στην ανώτερη κοινωνική τάξη.
Έτσι λοιπόν αποφάσισα να ανοίξω ένα σκονισμένο συρτάρι του μυαλού μου που στο καρτελάκι του γράφει «ΕΤΟΣ 1968». Τότε που ακόμα ο έλληνας ήταν χαμογελαστός στον δρόμο, τότε που μπορούσες να ακούσεις και ένα καλημέρα από κάποιον άγνωστο μέσα στο λεωφορείο ή στο τρόλεϊ. Τώρα θα μου πεις χούντα είχαμε, τι χαμόγελο να υπάρχει.
Κι όμως αδέρφια. Τότε ακόμα μπορούσες να πάρεις την οικογένεια σου και να πας όπου ήθελες χωρίς τον σημερινό φόβο ότι μπορεί κάποιος να πεταχτεί από την γωνία και να σφάξει την οικογένεια σου για μερικά euro.
Κάποιοι θα σκεφτούν : «Χμ… χουντικός ο Writer…». Δεν είναι έτσι, όσοι με διαβάζουν, ξέρουν πολύ καλά ότι δεν θα υπήρχε ποτέ περίπτωση να είμαι χουντικός. Αναφέρομαι απλά στην εποχή εκείνη που οι άνθρωποι ήταν πιο αγνοί, ποιο φιλικοί ο ένας με τον άλλον. Και όχι ότι το τότε καθεστώς ήταν που έκανε την διαφορά.
Ίσως γιατί τότε ακόμα δεν είχε μπει ο υπολογιστής στην ζωή μας και για να δεις έναν φίλο δεν του έστελνες e-mail ή SMS. Έπαιρνε ο ένας τον άλλον τηλέφωνο ή πήγαινες από το σπίτι του ή ερχόταν εκείνος από το δικό σου. Μίλαγες, έλεγες το παράπονο σου, πολλές φορές βοηθούσε ο ένας τον άλλον όταν βρισκόταν σε δύσκολη θέση.
Μπορούσες να κατέβεις στο κέντρο της Αθήνας, να δώσεις ραντεβού στο γνωστό φαρμακείο, να πας για καφέ στο Θησείο, να φιλοσοφήσεις ρε αδερφέ. Αντιθέτως, τώρα κάθεσαι μπροστά σε μια οθόνη, γράφεις, φιλοσοφείς και αν βρεθεί κάποιος θα σχολιάσει τις σκέψεις σου κάτω από το κείμενο σου. Αν και αυτό ακόμα σιγά – σιγά γίνεται αγγαρεία.
Οι περισσότεροι, δεν διαβάζουμε τα κείμενα των άλλων, αν μπούμε στο ιστολόγιο για πρώτη φορά, ρίχνουμε μια ματιά στην επίπλωση του ιστολογίου, γραφόμαστε «φίλοι», όχι γιατί μας άρεσε τίποτα από τα κείμενα του συγγραφέως, αλλά για να τον αναγκάσουμε να γραφτεί κι αυτός στο δικό μας, έτσι ώστε να αυξήσουμε τα «νούμερα» στο φίλοι, αναγνώστες μας και αυτό ήταν. Δεν πατάμε ξανά ποτέ στο εικονικό σπιτάκι του.
Βλέπω πχ ιστολόγια που έχουν φίλους ή τέλος πάντων αναγνώστες αν θέλετε πάνω από χίλιους αλλά τα νούμερα της επισκεψημότητας τους δεν ξεπερνούν τους 100 (με χίλια ζόρια), την ημέρα. Άρα αν κάποιοι από αυτούς που ήρθαν και έγιναν αναγνώστες, αν έμπαιναν έστω και από περιέργεια μια φορά στην ημέρα, τότε θα έπρεπε να έχει τουλάχιστον χίλια κτυπήματα στην σελίδα του.
Τα πάντα στην εποχή μας στηρίζονται σε «νούμερα», τόσο % ο ένας, τόσο % ο άλλος τόσα κλικ, κλπ, κλπ. Τίποτα όμως που να δένει ο ένας τον άλλον, κανείς δεν φτάνει να διαβάσει μέχρι το τέλος ένα κείμενο.
Αλλά να ήταν μόνο αυτό; Ακόμα και όταν βρισκόμαστε με δυο τρεις φίλους, δεν ακούμε τίποτα από αυτά που λένε, το μυαλό μας τρέχει σ’ αυτά που θα πούμε εμείς, που φυσικά δεν θα ακούσει κανείς.
Τότε όμως (παλιά), έβλεπες και μιλούσαν οι παρέες, ακούγονταν ο ένας ομιλητής και όλοι οι υπόλοιποι περίμεναν να τελειώσει, χωρίς να τον διακόψουν, και να μιλήσουν κι αυτοί, πάντα όμως πάνω στο θέμα που γινόταν η συζήτηση.
Τώρα ακόμα κι αν σχολιάσει κάποιος το κείμενο σου, δεν θα είναι συνήθως πάνω στο θέμα, αλλά μπορεί να δεις ένα άσχετο htt://xxxxxx.blogspot.com, επισκεφτείτε το blog μου.
Πας καλά ρε αδερφέ; Τι άσχετο είναι αυτό λες από μέσα σου. Ο τύπος δεν διάβασε τίποτα από το κείμενο σου, απλά έγραψε την διεύθυνση του δικού του blog και τώρα θα έχει την απαίτηση να τον επισπευτείς εσύ και μάλιστα θα έχει πάλι την απαίτηση να διαβάσεις αυτά που γράφει και να σχολιάσεις κιόλας.
Με λίγα λόγια, έχουμε γίνει πλέον τρεις λαλούν και δυο χορεύουν. Καμιά επικοινωνία μεταξύ μας, τίποτα, μόνο τα δικά μας θέλω υπάρχουν, όχι τα θέλω του άλλου. Μια κοινωνία που πλέον δεν είναι δεμένη μεταξύ της, δεν υπάρχει κοινωνικός ιστός, δεν υπάρχει τίποτα εκτός από τους αριθμούς για όλους μας. Και μια διευκρίνιση. Το 1968 ήμουν δέκα χρονών, γιατί κάποιοι μπορεί να πουν τι λέει ο γέροντας.
Καλημέρα σας και μάθετε ότι η ζωή δεν είναι μια οθόνη, ένα πληκτρολόγιο και ένα mouse. Η ζωή είναι τα μάτια, η αφή, η σκέψη και ο λόγος. Καλή μέρα και πάλι.   

Τρίτη 16 Ιουνίου 2009

ΞΕΧΝΑΜΕ ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ, ΠΟΛΥ ΞΕΧΝΑΜΕ

Αλήθεια, θυμάται κανείς από εσάς τον Ζαχόπουλο πατριώτες; Αυτό το κακό έχουμε σαν λαός. Ξεχνάμε, ξεχνάμε πολύ εύκολα.

Αυτός ο ανεκδιήγητος τύπος, πήδηξε από το μπαλκόνι του, αλλά για να κάνει κάτι τέτοια, κρύβονταν πολλά πίσω από αυτή του την ενέργεια.

Όταν φυσικά είχε γίνει τότε αυτό το σκάνδαλο, τα κανάλια και οι μεγαλόσχημοι δημοσιογράφοι μας είχαν τρελάνει με την κάθε είδους ανοησία που τους κατέβαινε στην γεμάτη χρήμα κεφάλα τους.

Τώρα; Τώρα, σιγή ιχθύος που λένε. Φυσικά δεν θα μάθουμε ποτέ τι έγινε τότε. Πόσα χρήματα έχωσε στην αχανή τσέπη του ο ανεκδιήγητος Ζαχόπουλος. Η άλλη πάλι η φιλενάδα του, μια χαρά την βγάζει, μιας και μάλλον της κόψανε κονδύλι για να κρατά το στόμα της κλειστό. Ο άλλος ο χοντρός δημοσιογράφος κι αυτός μια χαρά την βγάζει και εις υγεία των κορόιδων…!

Μόνο εμείς ξεχάσαμε όλα αυτά και φροντίσαμε να δώσουμε πάλι την ψήφο μας στον Χοντρό πρωθυπουργό και να πάρει στις πρόσφατες εκλογές το 32%. Μα τι ωραίοι που είμαστε;

Φυσικά βλέπουμε τον γιο Ζαχόπουλο να τρώει και να πίνει γλεντώντας στα σκυλάδικα κάποια χρήματα που μάλλον προέρχονται από πηγές άνομες. Ας είμαστε καλά λοιπόν εμείς που ξεχνάμε…!



Σάββατο 2 Μαΐου 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΜΟΡΦΟ ΚΤΗΝΟΣ

Σαν σήμερα πέθανε ένας αλήτης περιωπής. Ένας άνθρωπος που κατάφερε να καταστρέψει εκατοντάδες αθώους ανθρώπους. Ποιος ήταν; Μα ο Τζόζεφ Μακ Κάρθι. Είπα πέθανε; Μάλλον τον τίμησα, η καλύτερη λέξη που μπορεί να ειπωθεί για αυτό το ανθρωπόμορφο κτήνος είναι ψόφησε…

Ήταν ένας από αυτούς που διαθέτει μπόλικους η Αμερική. Ήταν το κτήνος που κυνήγησε μάγισσες. Όπως άλλωστε κάνουν πάντοτε οι αμερικάνοι Ρεπουμπλικάνοι.

Βέβαια οι περισσότεροι από αυτούς που ψηφίζουν Ρεπουμπλικάνους, έχουν παιδικά τραύματα από τις οικογένειες τους. Ο απόλυτος φασισμός επικρατεί στις οικογένειες αυτές. Συνήθως πολύ Χριστιανισμός, αυστηρή διαπαιδαγώγηση.

Έτσι λοιπόν αυτός ο τύπος Μακ Κάρθι ξεκίνησε (ότι έκανε και επάρατος Bush) ένα κυνήγι ανθρώπων με το αιτιολογικό ότι ήταν κομουνιστές ή ακόμα είχε την υποψία ότι ήταν κομουνιστές. Είχε καταφέρει να στρέψει τον έναν πολίτη κατά του άλλου.

Όποιος δεν τα πήγαινε καλά με τον γείτονα του, αρκούσε μια καταγγελία ότι και καλά ήταν κομουνιστής, για να τον στείλει ακόμα και στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ο απόλυτος φασισμός. Η απόλυτη ντροπή.

Αυτός ο άνθρωπος όμως δεν τιμωρήθηκε ποτέ με εκτέλεση. Τέτοιοι άνθρωποι είναι οι περισσότεροι που κυβερνούν το Εβραϊκό παράρτημα που λέγετε Αμερική. Κατά καιρούς φροντίζουν να καταστρέφουν ζωές. Τότε έτσι, σήμερα με πολέμους και σφαγές αμάχων με το αιτιολογικό της φαντασίας τους…!

Σάββατο 25 Απριλίου 2009

ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΡΑΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

Είπα να γράψω αύριο για την μέρα που έγινε η έκρηξη στο Τσερνομπίλ, αλλά τελικά αποφάσισα να πω σήμερα αυτά που θυμάμαι για κείνη την ημέρα πριν από είκοσι τρία χρόνια.

Ήμουν κάπου 28 χρονών τότε που έγινε το «ατύχημα» στο Τσερνομπίλ. Τα γεγονότα φυσικά τα μαθαίναμε με δόσεις, αφού οι πληροφορίες έφταναν με το σταγονόμετρο.

Φυσικά οι επιστήμονες διαβεβαίωναν τον κόσμο ότι δεν υπήρχε κίνδυνος. Ούτε τότε τους πίστεψα, όπως φυσικά δεν τους πιστεύω ούτε και σήμερα για ότι λένε και ότι κάνουν, αφού κι αυτοί αποτελούν έναν ακόμα πυλώνα στήριξης του αναίσχυντου συστήματος.

Είναι φανερό ότι ποτέ δεν μάθαμε ούτε και θα μάθουμε την απόλυτη αλήθεια. Κι όμως είμαι σίγουρος ότι πολλά πράγματα έχουν αλλάξει μετά από εκείνο το φοβερό γεγονός.

Αν ποτέ έλεγαν την αλήθεια, είναι σίγουρο ότι πολλοί λαοί στον κόσμο δεν θα ήθελαν κοντά τους τέτοια φονικά εργοστάσια. Όσο για αυτά που λένε και καλά θα έχουμε φθηνότερη και πιο καθαρή ενέργεια είναι αρλούμπες ολκής για να πλουτίζουν τα κράτη εκείνα που κατασκευάζουν αυτά τα φονικά συστήματα.

Άλλωστε για αυτό όλες οι μεγάλες δυνάμεις δεν θέλουν να αναπτύσσουν και αλλά κράτη τέτοια τεχνογνωσία για να είναι αυτοί οι αποκλειστικοί προμηθευτές τους. Αν παραδείγματος χάρη το Ιράν σήμερα παράγγελλε να του φτιάξουν οι άλλοι ένα πυρηνικό εργοστάσιο, αμέσως θα γινόταν δεκτό το αίτημα του, χωρίς καμιά δεύτερη κουβέντα.

Όλα είναι δώσε πάρε, πάει και τελείωσε αδέρφια. Πολλά πράγματα δεν είναι έτσι όπως τα βλέπουμε σε τούτο τον κόσμο. Αλλά τι σας τα λέω, πολλοί από σας τα ξέρετε καλύτερα από εμένα. Ο μόνος λόγος που αναφέρομαι είναι μπας και καταφέρουμε να ξυπνήσουν και κάποιοι άλλοι που κοιμούνται κάτω από τα αστέρια και πληρώνουν ξενοδοχείο.

Αυτά και ας ελπίσουμε ότι ποτέ δεν θα επαναληφθεί αυτό το τρομερό γεγονός που σίγουρα έχει επηρεάσει την υγεία εκατομμυρίων ανθρώπων που κανείς τους δεν υποψιάζεται ότι μεταφέρει στην επόμενη γενιά πολλά και μεγάλα προβλήματα…

Σάββατο 18 Απριλίου 2009

ΕΝΑ ΠΑΣΧΑ ΤΟΥ 1968

Πάσχα του 1968. παιδί έντεκα χρονών, με φίλους μεν αλλά όταν ερχόταν τέτοιες γιορτές τους έχανα όλους. Βλέπεις οι περισσότεροι από αυτούς οι γονείς τους κατάγονταν από χωρία. Το αποτέλεσμα ήταν να είμαι πάντα μόνος με τους γονείς μου. Δρόμοι άδειοι, περπατούσες και το μόνο που μπορούσε κανείς να ακούσει στον δρόμο ήταν τα βαριά βήματα στο πεζοδρόμιο από τους άνδρες της περιπόλου. Συνήθως πήγαιναν τέσσερις, τέσσερις. Ένας από το ναυτικό, ένας από την αεροπορία, ένας από το πεζικό και φυσικά το κερασάκι στην τούρτα ο υψηλός τύπος από την ΕΣΑ.

Μερικοί διαβάτες στον δρόμο, άλλαζαν πεζοδρόμιο μόλις έβλεπαν το περίπολο, όχι τίποτα, αλλά ήξεραν ότι αν ήθελαν αυτοί οι τέσσερις θα μπορούσαν να τους κουβαλήσουν μέσα για να διαπιστώσουν λέει τα στοιχεία τους.

Αν θυμάμαι καλά πρέπει να έπεφτε και τότε το Πάσχα τις ίδιες περίπου μέρες. Μάλιστα άκουγα κάποιους (ο μπακάλης της γειτονιάς μας ο κυρ Βασίλης ο Κρητικός), ότι η χούντα είχε φέρει κάτι κωλόπαιδα από την Ιταλία που δήλωναν φασίστες και ήθελε να τους φιλοξενήσει μιας και τα κωλόπαιδα ήθελαν να μάθουν τεχνικές βασανιστηρίων.

Πυρ και μανία ο μπακάλης μας. Βλέπεις ήταν αντιστασιακός και σφόδρα δημοκράτης. «Εγώ είμαι από την Κρήτη…», έλεγε και ξανά έλεγε, ενώ πάνω από το ταμείο είχε κρεμασμένο τον Βενιζέλο. Έτσι και εκείνη την ημέρα. Φαίνετε ότι μιλούσε πάλι δυνατά, όταν περνούσε το περίπολο. Τον άκουσαν, σταμάτησαν έξω από το μαγαζί του.

Εγώ στην βεράντα, παιδάκι ακόμα, κι όμως ένοιωσα μέσα μου ότι κάτι κακό θα έβλεπα. Έμεινα, όλο μου το είναι φώναζε να μπω μέσα, αλλά η καρδιά μου έλεγε να μείνω. Το περίπολο, έβγαλε τα κλομπ και μπήκε στο μπακάλικο φωνάζοντας και βρίζοντας.

Σε λίγο έσερναν τον ψηλό Κρητικό αιμόφυρτο στις πλάκες του πεζοδρομίου. Δέκα λεπτά αργότερα μια κλούβα της ΕΣΑ, έφτανε να πάρει τον εγκληματία μπακάλη που είχε τολμήσει να χαλάσει την ανάσταση του κυρίου σε μια χώρα γεμάτη από έλληνες χριστιανούς.

Τον κυρ Βασίλη δεν τον είδαμε ξανά, δεν μάθαμε τι έγινε γιατί το μαγαζί του σφραγίστηκε και όσο η γυναίκα του μαζί με τα δύο παιδιά τους έμεινε στην γειτονιά μας (δύο με τρείς μήνες, ύστερα έφυγαν για την Κρήτη), όποτε την ρωτούσαν για τον Κυρ Βασίλη, εκείνη απαντούσε στερεότυπα : «…τι να πω, έχω παιδιά, τον έφαγε η αντίσταση, τι να πω, έχω παιδάκια…».

Πολύ αργότερα (με την μεταπολίτευση, μάθαμε ότι ο κυρ Βασίλης είχε μείνει ανάπηρος για πάντα). Δυστυχώς η ανάσταση δεν είχε κανένα αποτέλεσμα και τότε, όπως και τώρα…! Κατά τα άλλα Χριστός ανέστη, ενώ ο κυρ Βασίλης ποτέ…



Σάββατο 4 Απριλίου 2009

ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ

Τι μου ήρθε σήμερα; Ξύπνησα με διάθεση μελαγχολική. Άρχισα να θυμάμαι πράγματα που εδώ και καιρό είχα ξεχάσει ή ήθελα να ξεχάσω. Έτσι μόλις τώρα θυμήθηκα πως ήταν η ζωή μου και οι άνθρωποι το έτος 1967, τότε που είχαμε τους συνταγματάρχες στο κεφάλι μας.

Μπορεί μεν να μην είχαμε κάποιες ελευθερίες (που ουσιαστικά το ίδιο συμβαίνει και σήμερα, μόνο που σήμερα έχουν αφήσει μερικές οπές στην χύτρα, μόνο και μόνο για να μην μπορούμε να ενωθούμε), αλλά τουλάχιστον τούτη η σκλαβιά μας, μας έκανε να νοιώθουμε πιο δεμένοι, πιο κοντά ο ένας στον άλλον.

Παιδάκι τότε εννιά χρονών εγώ, πήγαινα σε ένα σχολείο στον Πειραιά, κοντά στο Χατζηκυριάκειο ορφανοτροφείο, όπου για δάσκαλο είχαμε έναν παπά. Ήταν ένας τύπος ψηλός, με μάτια που έσταζαν μόνο κακία. Τώρα θα μου πεις ήσουν παιδάκι και ίσως τον έβλεπες έτσι. Όχι δεν ήταν αυτό, ακόμα και οι γονείς έλεγαν τα χειρότερα για αυτόν τον τύπο.

Έμπαινε στην τάξη και το πρώτο πράγμα που ρώταγε ήταν; «Μήπως έχουμε κανέναν τουρκόσπορο σήμερα που να έχει έρθει από την Κωνσταντινούπολη;». Ήταν βλέπεις εκείνη την εποχή που έλληνες της «Πόλης» έρχονταν στην Ελλάδα, αφού και πάλι οι τούρκοι είχαν αρχίσει να τους πιέζουν να φύγουν από την χώρα.

Δυστυχώς για μένα, ήμουν και εγώ ένας από αυτούς τους καταραμένους της Γης. Με έβλεπε και του γυρνούσαν τα μάτια ανάποδα. Κάθε τόσο με ρωτούσε με ειρωνικό ύφος λέγοντας. «Δεν μου λες τουρκάκι, τελικά έχεις βαπτισθεί;».

Κοκκίνιζα, άκουγα τα άλλα παιδιά να γελάνε, έβλεπα το τομάρι με τα μούσια να σκάει και αυτό στα γέλια που με ρωτούσε, ενώ ήξερε πολύ καλά ότι η καταγωγή μου ήταν από το μέρος εκείνο από όπου είχε προέλθει το δόγμα που και εκείνος πίστευε.

Κάθε φορά που τελείωνε τούτο το ψυχολογικό βασανιστήριο ήμουν αποφασισμένος ότι την επόμενη φορά που θα με ρωτούσε κάτι τέτοιο τούτο το μουσάτο δοχείο νύχτας, να του απαντήσω ότι όχι δεν είχα βαπτισθεί από τον ίδιο τον Πατριάρχη αλλά από ένα Χότζα μπας και ησύχαζε. Δυστυχώς δεν το έκανα ποτέ. Ξέρετε γιατί; Γιατί το θεωρούσα προσβολή να πω κάτι τέτοιο και ας ήταν και ψέμα.

Βλέπεις καλώς ή κακός το μίσος μας για τους Τούρκους ήταν πολύ μεγάλο. Το κακό είναι ότι εκεί μας φώναζαν «γκιαούρηδες» και εδώ τουρκαλάδες. Αυτό ήταν το τίμημα που πληρώναμε όλοι εμείς τότε για την υπέρμετρη αγάπη μας για την μητέρα πατρίδα.

Κι όμως, ανάμεσα στους ανθρώπους της τότε γειτονιάς (πέρα από τους βρωμερούς που είχαν μια θέση στην εξουσία), οι άνθρωποι οι απλοί ενδιαφέρονταν ο ένας για τον άλλον. Άλλες φορές με διάθεση κακίας και άλλες (τις περισσότερες) με πραγματικό ενδιαφέρον.

Όπου και να πήγαινε κανείς άκουγε καλημέρα. Μα στο φούρνο, μα στο μπακάλη, μα στο περίπτερο άκουγε το καλή μέρα. Σήμερα; τίποτα κανείς μας δεν ξέρει και ίσως δεν θέλει να μάθει ποιος είναι αυτός που είναι στο διπλανό διαμέρισμα ή στην μονοκατοικία. Όχι μόνο δεν μας νοιάζει ποιος είναι, αλλά ούτε αν ίσως χρειάζεται καμιά φορά να τον βοηθήσει κανείς.

Αποξένωση, μοναξιά και υπερτίμηση του εαυτού μας. Νοιώθουμε ξένοι ακόμα και μέσα στο ίδιο μας το σώμα. Πώς φτάσαμε έως εδώ; Τέλος πάντων, ίσως μια άλλη φορά. Τώρα πρέπει να συνεχίσω να ζω το σήμερα, πρέπει πάλι να απομονώσω τον εαυτόν μου από όλους τους άλλους γύρω μου, είναι εχθροί μου, αλλά τους αγαπώ…